Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται (και) στην Κύπρο το φαινόμενο της αποχής, το οποίο προϋπήρχε σε δυτικές χώρες. Μέσα σε μια εικοσαετία, το ποσοστό της αποχής στις βουλευτικές εκλογές εκτοξεύθηκε από λιγότερο από 10% στις βουλευτικές εκλογές του 2001, στο ιστορικό 34% το 2021. Σε αυτό το ποσοστό θα πρέπει βεβαίως να συνυπολογιστεί και ο αριθμός αυτών που επιλέγουν να μην εκδώσουν καν εκλογικό βιβλιάριο και άρα δεν υπολογίζονται στο συνολικό ποσοστό της αποχής. Οι λόγοι πολλοί, πολύπλοκοι και αλληλοσυνδεόμενοι. Ας τους αναλύσουμε.
«Είναι όλοι το ίδιο, είμαστε απογοητευμένοι»
Κάτι που ακούγεται πολύ συχνά από διάφορους ψηφοφόρους αλλά και από δυνάμεις που παρουσιάζονται παρωδικά στο πολιτικό σκηνικό πριν εξαφανιστούν, είναι ότι ο κόσμος απογοητεύτηκε από το πολιτικό σύστημα και ότι αφού είναι όλοι το ίδιο, δεν αξίζει να μπει κανείς στο κόπο να ψηφίσει. Κύριος δέκτης αυτής της αποχής είναι τα λεγόμενα «παραδοσιακά κόμματα» τα οποία υπάρχουν για πολλά χρόνια στην κυπριακή πολιτική σκηνή, μολονότι έχουν εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις.
Πράγματι, λόγω διάφορων εξωγενών κρίσεων (π.χ. παγκόσμια οικονομική κρίση, υγειονομική κρίση του κορονοϊού Covid-19, πληθωρισμός κλπ.) αλλά και σε συνδυασμό με τις πολιτικές που προωθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι κυβερνήσεις Αναστασιάδη και Χριστοδουλίδη, το βιοτικό επίπεδο των Κυπρίων έχει πληγεί. Σε τέτοιες περιόδους αποτελεί γεγονός ότι πολλοί, μη αντιλαμβανόμενοι τη ρίζα του προβλήματος, που δεν είναι άλλη από τον χαρακτήρα του καπιταλισμού και ειδικά των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που συνθλίβει τα εισοδήματα των χαμηλότερων τάξεων, αντιλαμβάνεται τις πολιτικές δυνάμεις ως κάτι ενιαίο και συνεπώς, επιλέγει να απέχει συλλογικά από την εκλογική διαδικασία.

Σε τέτοιες συνθήκες, οι εργαζόμενοι αναγκάζονται να κάνουν δύο και τρεις δουλειές για να τα βγάλουν πέρα, σε συνθήκες μάλιστα με ελάχιστα εργατικά δικαιώματα. Την ίδια ώρα, πρέπει να αφιερώνουν όλο το υπόλοιπο της ημέρας για να τρέχουν τα παιδιά τους σε φροντιστήρια, ελλείψει ενός κοινωνικού κράτους που θα διασφάλιζε τη σωστή και ολοκληρωμένη παιδεία, ενώ έχουν διαρκώς την έγνοια για το αυξημένο κόστος ζωής και αν θα καταφέρουν να πληρώσουν το ενοίκιο ή τη δόση. Πού χρόνος ή διαύγεια να ασχοληθούν με την πολιτική και να μελετήσουν την κατάσταση, για να μπορέσουν να βγάλουν τα σωστά πολιτικά συμπεράσματα; Πού χρόνος για συλλογικούς αγώνες και κοινή δράση;
Παράλληλα, το ίδιο το σύστημα, ακριβώς για να εκτονώσει την όποια λαϊκή δυσαρέσκεια η οποία θα μπορούσε να λειτουργήσει εκρηκτικά για την ύπαρξη του, προωθεί εντέχνως μέσα από μια ηγεμονία τις αξίες του ατομικισμού και την ατομική «πάλη» για βελτίωση της θέσης του ενός έναντι του άλλου. Σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν, η διαμορφούμενη οικονομική και κοινωνικοπολιτική κατάσταση παρουσιάζεται ως κάτι αμετάβλητο και δεδομένο. Συνεπώς, αφού δεν μπορεί να αλλάξει συνολικά, δεν υπάρχει ούτε λόγος για τον αγώνα που συνολικά θα αλλάξει την κοινωνία, μόνο αγώνας για την προσωπική επιβίωση και ευμάρεια. Με αυτόν τον τρόπο, το ήδη αποξενωμένο από το αποτέλεσμα της εργασίας του άτομο, αποξενώνεται πλέον και από τον κοινωνικό ιστό και περίγυρο του και απέχει από την όποια συλλογική πολιτική δραστηριότητα. Σε αρκετές περιπτώσεις, η αντίδραση αυτή μπορεί να διοχετευθεί και στους -από το σύστημα κατασκευασμένους- δήθεν εχθρούς, όπως για παράδειγμα οι μετανάστες και πρόσφυγες ή το οτιδήποτε διαφορετικό που πλασάρεται ως ο εχθρός ή το
«άλλο» και απειλεί το ήδη υποβαθμισμένο βιοτικό επίπεδο μας.
«Αυτοί που είναι εναντίον της πολιτικής, είναι υπέρ της πολιτικής που τους επιβάλλεται» - Μπέρτολτ Μπρεχτ
Όπως πολύ σωστά τονίζει ο Γερμανός ποιητής, Μπέρτολτ Μπρεχτ, αυτοί που απέχουν από την πολιτική διαδικασία, υποστηρίζουν επί της ουσίας τις πολιτικές που τους επιβάλλονται και που ακριβώς ήταν αυτές που τους έσπρωξαν στην αποχή.
Σε κάθε αστική δημοκρατία, ανεξαρτήτως του πόσοι ψηφοφόροι συμμετέχουν στην εκλογική διαδικασία, πάντα εκλέγεται ένα κοινοβούλιο -ευρωπαϊκό ή εθνικό-, ένα δημοτικό συμβούλιο, ένας δήμαρχος, μια κυβέρνηση και ένας πρόεδρος.
Η αποχή δεν είναι στάση διαμαρτυρίας αλλά χαμένες ευκαιρίες για να συμμετέχεις και να συνδιαμορφώσεις κάτι καλύτερο. Δεν είναι τυχαίο που, ανά το παγκόσμιο, ακριβώς όταν η αποχή ξεκίνησε να καλπάζει, τα πράγματα γίνονταν ολοένα και χειρότερα για τα μεσαία και χαμηλά στρώματα και τις κοινωνικά ευάλωτες ομάδες. Ο νεοφιλελευθερισμός και τα συστατικά του στοιχεία -οι ιδιωτικοποιήσεις, η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και η λιτότητα- δεν θα μπορούσαν ποτέ να είχαν εφαρμοστεί σε υγιείς και γνήσιες δημοκρατίες, με τη συμμετοχή του κόσμου στην πολιτική διαδικασία. Αυτό, ακριβώς, γιατί αυτών των οποίων το ταξικό συμφέρον είναι ενάντια σε αυτές τις πολιτικές, θα ήταν εντός των κοινοβουλίων να δίνουν τις πολιτικές μάχες. Δεν είναι τυχαίο, μάλιστα, που στις μεταπολεμικές γενιές -πέραν και άλλων συνθηκών που υπήρχαν- η μεγάλη συμμετοχή του κόσμου στην πολιτική διαδικασία ήταν καταλυτική για την οικοδόμηση του κοινωνικού κράτους, των εθνικών συστημάτων υγείας, την παροχή και διασφάλιση της ΑΤΑ, τη θέσπιση εργατικών δικαιωμάτων κλπ. Όπως επίσης, σημαντικός και αναντικατάστατος ήταν και ο ρόλος των συνδικάτων αλλά και των διαφόρων κινημάτων που αλληλοσυμπλήρωναν και ενίσχυαν τον κοινοβουλευτικό αγώνα.
Μπορεί λοιπόν από τα πιο πάνω κανείς να εξάγει το συμπέρασμα -παραφράζοντας και τον Μπρεχτ- ότι αυτοί που προωθούν την αποχή, είναι και αυτοί που τελικά επωφελούνται απ’ αυτήν.
Απόδειξη του πιο πάνω είναι ακόμη ένα άλλο στοιχείο: το γεγονός ότι ολοένα και περισσότερη εξουσία μεταφέρεται από τους εκλεγμένους αντιπροσώπους του λαού σε κέντρα εξουσίας που ούτε δημοκρατικά είναι, ούτε υπόλογα στην κοινωνία είναι. Αφαιρούν, δηλαδή, εν δυνάμει εξουσία από τα χέρια των αντιπροσώπων που θα εξέλεγε ο λαός, υπό το φόβο της συμμετοχής και εκλογής αντιθέτων προς τα συμφέροντα τους αντιπροσώπους. Ας πάρουμε για παράδειγμα την άσκηση -ή καλύτερα τη δυνατότητα άσκησης- οικονομικής και νομισματικής πολιτικής εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης:
Με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και τη μετεξέλιξη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ) σε Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) ορίζεται ήδη το πλαίσιο στο οποίο πρέπει να κινούνται οι οικονομίες των Κρατών Μελών, αφού «απαγορεύεται οποιοσδήποτε περιορισμός των κινήσεων κεφαλαίων» (άρθρο 73β) ενώ «τα κράτη μέλη και η Κοινότητα δρουν σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της ανοιχτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό» (άρθρο 102α). Μάλιστα, ορίζεται ανώτατο όριο για τα ελλείματα του Δημοσίου στο 3% ως ποσοστό του ΑΕΠ και για το δημόσιο χρέος στο 60% ως ποσοστό του ΑΕΠ. Παρόμοιοι στόχοι τίθενται και για άλλους δείκτες, όπως ο πληθωρισμός.
Με την υιοθέτηση των ευρωπαϊκών εξαμήνων το 2010, τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο ασφυκτικά, αφού η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Κομισιόν) και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θέτουν τις κατευθύνσεις με τις οποίες οι ίδιοι κρίνουν, μετά τους εθνικούς προϋπολογισμούς των Κρατών Μελών και αναλόγως τους προσαρμόζουν. Αφαιρείται, λοιπόν, η δυνατότητα από ένα λαό να αποφασίσει ο ίδιος για το πώς θα κατανέμει τους πόρους που ο ίδιος παράγει. Έτσι, για να μειώσει, για παράδειγμα, ένα κράτος το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) σε καύσιμα ή σε είδη πρώτης ανάγκης, οφείλει να πάρει την έγκριση πρώτα από ένα σύνολο γραφειοκρατών στις Βρυξέλλες.
Όσον αφορά τη νομισματική πολιτική, τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα αφού τα πάντα καθορίζονται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία ούτε εκλέγεται ούτε υπόκειται σε δημοκρατικό έλεγχο, μιας και αποφασίζει μόνη της ανά πάσα στιγμή να αυξήσει ή να μειώσει τα επιτόκια.
Βεβαίως, όλα αυτά δεν εμφανίστηκαν εν μια νυκτί αλλά είναι το αποτέλεσμα της συσσωρευμένης και για χρόνια προσπάθειας των μεγάλων πολιτικών ομάδων στο Ευρωκοινοβούλιο, κύριος εκφραστής των οποίων στην Κύπρο είναι ο ΔΗΣΥ αλλά και τα κόμματα του λεγόμενου Κέντρου. Τα συμφέροντα που αυτές εκπροσωπούν, ευθυγραμμίζονται με τις πολιτικές που προωθούν αυτά τα μη εκλεγμένα κέντρα εξουσίας της ΕΕ. Φτάνουν, μάλιστα, σήμερα σε επίπεδο να προωθούν την κατάργηση της ομοφωνίας στο Συμβούλιο για σειρά θεμάτων, γεγονός που σημαίνει ότι οι μεγαλύτερες χώρες θα κάνουν ότι θέλουν και οι μικρότερες απλά θα βιώνουν τις συνέπειες.
Αυτή η πορεία συμβάλει ακόμη περισσότερο στο να οδηγήσει ολοένα και μεγαλύτερες μάζες του κόσμου προς την αποχή, μιας και πλέον οι αποφάσεις παίρνονται αλλού και όχι μέσω της ψήφου τους, ενισχύοντας το αίσθημα ότι τίποτα δεν αλλάζει με τη συμμετοχή στις εκλογές.
Η Αριστερά κόντρα στην αποχή και το συμβιβασμό
Αφού, λοιπόν, είδαμε πως και ποιος προωθεί την αποχή, είναι ξεκάθαρο ότι σε εμάς εναπόκειται η ευθύνη να σταθούμε απέναντι σε αυτό το φαινόμενο.
Οι εργαζόμενοι, οι φοιτητές και η νεολαία δεν μπορούν να βολευτούν με την αποχή. Η Αριστερά, φύσει και θέσει, είναι ταγμένη να δρα συλλογικά, κερδίζοντας τις συνειδήσεις του Λαού, αποκαλύπτοντας τα αιτία του φαινομένου αυτού και καθοδηγώντας τον να στέκεται μαχητικά ενάντια στη βαρβαρότητα του σημερινού πολιτικοοικονομικού συστήματος.
Όχι πάνω ή έξω από τις μάζες, αλλά μέσα σε αυτές, οφείλουμε να δίνουμε μάχες για τα μικρά και τα μεγάλα, γιατί μόνο μέσα από αυτή τη διαδικασία πείθονται οι ίδιες οι μάζες για την ορθότητα του λόγου και της θεωρίας μας που μετατρέπεται σε πράξη, προς όφελος τους. Το κοινωνικό «είναι» καθορίζει τη συνείδηση και όχι το αντίθετο. Ενεργώντας λοιπόν στην υλική βάση του κάθε φαινομένου και υποκειμένου -ή πιο απλά, στην οικονομική του κατάσταση- μπορούμε να πλάσουμε συνειδήσεις και να ενισχύσουμε περισσότερο τις γραμμές μας, κερδίζοντας ακόμη περισσότερα.
Απέναντι στην κοινωνική αποχαύνωση που προωθείται από το σύστημα, πλάθουμε συνειδήσεις. Απέναντι στον ατομικισμό, αντιπαραβάλλουμε την συλλογική δράση. Απέναντι στον καναπέ, επιλέγουμε το δρόμο του αγώνα. Απέναντι στο σαπισμένο καπιταλισμό, οραματιζόμαστε την ποιοτικά ανώτερη κοινωνία, αυτή του Σοσιαλισμού.
Μάριος Λαγού
ΕΔΟΝ Λοιπών Χώρων Εξωτερικού



